Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

ability to read and write


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο ability παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: to | read | and | write
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ability noften plural (talent)ικανότητα ουσ θηλ
 After years of practicing, Bill now has the ability to play the piano beautifully.
 Μετά από χρόνια εξάσκησης, ο Μπιλ έχει πλέον την ικανότητα να παίζει καλό πιάνο.
ability n(capacity)δυνατότητα ουσ θηλ
 This watch gives you the ability to find the time in five cities.
 Αυτό το ρολόι προσφέρει τη δυνατότητα να δεις την ώρα σε πέντε πόλεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ability to listen n(attentiveness)υπομονετικός, προσεκτικός, συγκαταβατικός, με κατανόηση επίθ
 An effective therapist has an ability to listen.
gripping ability n(grip strength)δύναμη αδράγματος, γραπώματος έκφρ
  κράτημα ουσ ουδ
linguistic ability n(aptitude for languages)γλωσσική ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
 The new recruit was tested to have good linguistic ability.
natural ability n(inherent talent, aptitude)έμφυτη ικανότητα ουσ θηλ
  ταλέντο ουσ ουδ
 When it comes to horse riding he seems to have a natural ability.
practical ability n(manual skill, competence)πρακτική ικανότητα, πρακτική δεξιότητα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Students can greatly improve practical abilities when given on-site training.
 In the classroom she was no big deal, but she had a lot of practical ability.
 Οι φοιτητές μπορούν να βελτιώσουν τις πρακτικές τους ικανότητες όταν τους δίνεται εκπαίδευση στον χώρο εργασίας.
to the best of your ability adv(as well as you can)όσο το δυνατό καλύτερα μπορείς έκφρ
 Just look after the dog to the best of your ability.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ability to read and write στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ability to read and write».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!